Oμιλία καθ. Δημήτρη Κρεμαστινού

στη συζήτηση του Ν/Σ του Υπουργείου Υγείας και Κοινωνικής Αλληλεγγύης

για την αναβάθμιση του Εθνικού Συστήματος Υγείας

Τμήμα Διακοπής της Βουλής, Τετάρτη 21 Ιουλίου 2010

Κύριε Πρόεδρε, κυρία Υπουργέ, αγαπητοί συνάδελφοι, εγώ πραγματικά είμαι έκπληκτος, γιατί σήμερα συζητούμε αυτονόητα πράγματα.

Αυτό το νομοσχέδιο θα έπρεπε με συνοπτικές διαδικασίες να είχε ψηφιστεί ομόφωνα από όλη τη Βουλή.  Ασφαλώς μπορούμε να ζητήσουμε να έρθουν κι άλλες ρυθμίσεις, εποικοδομητικές, αλλά αυτές είναι  οι βασικές, οι στοιχειώδεις για να υποστηριχθεί το Εθνικό Σύστημα Υγείας, που κατά άλλους κινδυνεύει να καταρρεύσει και κατά άλλους καταρρέει ή κατέρρευσε. Και το περίεργο είναι ότι δέχεται το Υπουργείο, η Κυβέρνηση, κριτική από τους ανθρώπους που κατ’ εξοχήν θα έπρεπε να είναι θετικότεροι ως προς το Εθνικό Σύστημα Υγείας.

Και για να είμαι πιο σαφής: Στην Αγγλία και στη Σουηδία, όταν ο Μπέβιν δημιούργησε το Εθνικό Σύστημα Υγείας, το πρώτο που έκανε ήταν να μηδενίσει την ιδιωτική πρωτοβουλία και να εντάξει σχεδόν όλους τους γιατρούς και τους νοσηλευτές στο Εθνικό Σύστημα Υγείας. Το ίδιο πήγε να κάνει ο Παρασκευάς Αυγερινός και ο Γιώργος Γεννηματάς. Όμως, από τότε, αντί αυτό το πράγμα να συντηρηθεί – εγώ θυμάμαι τότε ότι υπήρχαν μόνο μία ή δύο ιδιωτικές κλινικές, οι άλλες είχαν εξαγοραστεί τότε από τον προϋπολογισμό – σήμερα έχουμε πλήρη ανατροπή.

Σήμερα, έχουμε υπερδιογκωμένο τον ιδιωτικό φορέα υγείας και συρρικνωμένο τον δημόσιο τομέα. Και όχι μόνο αυτό αλλά, όπως είπε και η κυρία Υπουργός εχθές, το δημόσιο εξοφλούσε τους λογαριασμούς του ιδιωτικού τομέα και δεν εξοφλούσε τους λογαριασμούς του δημόσιου τομέα, των νοσοκομείων δηλαδή.

Εκείνο, λοιπόν, το οποίο πρέπει να παραδεχθούμε είναι ότι εκείνος ο οποίος πάσχει και χρειάζεται βοήθεια είναι ο δημόσιος τομέας. Και όταν, λοιπόν, έρχεται αυτό το νομοσχέδιο και προσπαθεί με κάθε τρόπο, αγωνιωδώς, να ενισχύσει τον δημόσιο τομέα, το κάνει διότι απλούστατα δεν διαθέτει τον προϋπολογισμό εκείνο, για να το κάνει ευθέως. Η χώρα, το ξέρετε, βρίσκεται σε μια δεινή οικονομική κατάσταση. Άρα, λοιπόν, με ασφαλιστικά ταμεία και οργανισμούς που καταρρέουν και άλλους που βρίσκονται υπό πτώχευση, με προϋπολογισμό ο οποίος επιχορηγείται από τους δανειστές, είναι δυνατόν στα σοβαρά να συζητάμε ότι μπορεί να κάνει διαφορετική πολιτική το Υπουργείο Υγείας;

Το Εθνικό Σύστημα Υγείας δέχθηκε καίρια πλήγματα, από διαφόρους που γνωρίζουμε και τα ονόματα τους.  Και καλό θα είναι, όταν ειδικά η αριστερή πτέρυγα κάνει την κριτική της, να καταλογίζει ευθύνες σε πρόσωπα και σε κόμματα. Διότι, εγώ τη δέχομαι την κριτική, όταν είναι καλόπιστη και ζητάει πράγματα υπέρ του κοινωνικού συνόλου, αλλά δεν είναι όλοι ίδιοι. Δεν υπηρέτησαν το δημόσιο συμφέρον κατά τον ίδιο τρόπο όλα τα κόμματα και όλοι οι Υπουργοί. Και όλοι, έχουν ονοματεπώνυμο.

Το πρώτο, λοιπόν, πλήγμα είναι το οικονομικό, που υφίσταται το Εθνικό Σύστημα Υγείας.

Το δεύτερο, είναι οι πρωτοφανείς ελλείψεις. Αρκεί να αναφέρω, για να το καταλάβει και ο κόσμος, αυτό που ονομάστηκε «ναυαρχίδα του Εθνικού Συστήματος Υγείας», το Πανεπιστημιακό Νοσοκομείο «ΑΤΤΙΚΟΝ».  Οταν εγκαινιάστηκε, λειτουργούσε όπως λειτουργεί και σήμερα. Δηλαδή, επειδή δεν μπορεί να προσλάβει νοσηλευτικό προσωπικό, λειτουργεί 12 ώρες εφημερία, αντί 24 ώρες.  Από το 2004 που το εγκαινίασε τότε – τρεις μήνες ήταν ακόμη στην κυβέρνηση το  ΠΑΣΟΚ –  εάν θυμάμαι καλά ο Υπουργός, ο καθηγητής κ. Κ. Στεφανής, οι συνθήκες ελάχιστα βελτιώθηκαν.  Οποια βελτίωση επήλθε ήταν κυρίως το τελευταίο 8μηνο. Τι σημαίνει, λοιπόν, αυτό; Οι πρωτοφανείς ελλείψεις ποιον βοήθησαν; Βοήθησαν τον δημόσιο ή τον ιδιωτικό τομέα; Τον ιδιωτικό τομέα.

Οσον αφορά αυτά που δίδονται σαν συνδικαλιστικές παροχές:  Το να ‘κλείνεις’ το σύστημα και να μην επιτρέπεις στους νέους και αξιόλογους γιατρούς που έρχονται από το εξωτερικό ή από τα πανεπιστήμια να μπουν στο σύστημα, βοηθάς τον δημόσιο ή τον ιδιωτικό τομέα; Αυτοί οι άνθρωποι θα πάνε στον ιδιωτικό τομέα. Είναι δυνατόν να σταματήσει η εξέλιξη της ιατρικής; Είναι δυνατόν να σταματήσουν οι επιστήμονες να έχουν ένα κάποιο κύρος; Όταν τους κλείνεις την πόρτα του δημοσίου, θα πάνε στον ιδιωτικό τομέα. Και πού θα κατευθυνθεί στη συνέχεια ο κόσμος; Δεν θα κατευθυνθεί λογικά σε αυτούς που είναι οι καλύτεροι;

Είναι δυνατόν σε μία εποχή που ζητάει η Ευρώπη αξιολόγηση στα πανεπιστήμια με όλους τους τρόπους, εμείς να κλείνουμε το Εθνικό Σύστημα Υγείας;  Έγινε τώρα ένα πρώτο βήμα. Και αντί να πούμε στην Υπουργό να κάνει και το δεύτερο, εμείς της κάνουμε κριτική. Έ, αντιλαμβάνεσθε ότι όλα αυτά τα πράγματα δεν υπακούουν σε κάποιον κανόνα λογικής. Πρέπει, δηλαδή, να την ενθαρρύνουμε να κάνει και το δεύτερο βήμα το οποίο να είναι πιο αποφασιστικό, και όχι να ασκούμε κριτική για το πρώτο.

Λοιπόν, οι τρεις αυτές κατηγορίες: τα οικονομικά, η έλλειψη νοσηλευτικού προσωπικού και οι συνδικαλιστικές εξισώσεις, όπως τις λέω εγώ, οδήγησαν το σύστημα σε αδιέξοδο. Διερωτάται ο πολίτης: Τι πρέπει να κάνει; Διότι ο πολίτης τι θέλει; Ο πολίτης θέλει να πηγαίνει σε έναν γιατρό που να τον εμπιστεύεται, που να τον παραπέμπει σε ένα νοσοκομείο αξιόμαχο και αξιόπιστο και να λύνει το πρόβλημά του ώστε να μην είναι αναγκασμένος να καταφύγει σε πολιτικά μέσα, σε ακαδημαϊκά μέσα, σε φακελάκια, σε οτιδήποτε, για να εξασφαλίσει πρόσβαση προς το νοσοκομείο. Αυτό ζητάει ο πολίτης: Πώς θα σταματήσουν οι λίστες; Πώς θα σταματήσουν οι λίστες, εάν δεν υπάρξει η βασική υποδομή της πρωτοβάθμιας φροντίδας, η οποία να είναι της εμπιστοσύνης του; Διότι, εάν δεν είναι της εμπιστοσύνης του, εάν έχουμε δηλαδή γιατρούς πρωτοβάθμιας φροντίδας διορισμένους, θα είναι συνταγογράφοι, όπως είναι οι γιατροί των ασφαλιστικών ταμείων σήμερα. Δεν θα επιτύχει το σύστημα. Πρέπει εγώ να εμπιστεύομαι τον γιατρό, αυτός ο γιατρός να με παραπέμπει κι εγώ να τον ακούω. Διαφορετικά το σύστημα δεν θα επιτύχει εάν διορίσεις γιατρούς χιλιάδες και δεν τους εγκρίνει ο πολίτης. Άρα, λοιπόν, η εμπιστοσύνη είναι ένα βασικό σημείο. Από εκεί και πέρα η αναβάθμιση των Κέντρων Υγείας και των Νοσοκομείων είναι κάτι αυτονόητο.

Επειδή σέβομαι ιδιαίτερα τις απόψεις του Κομμουνιστικού Κόμματος, και του Εισηγητή του, ο οποίος είπε χθες ότι από το ’90 μέχρι σήμερα το Εθνικό Σύστημα Υγείας συρρικνώνεται, επιτρέψτε μου να πω ότι υπήρξε και μία 2ετία (1994-1995) που όχι μόνο δεν συρρικνώθηκε, αλλά οι νόμοι που ψηφίστηκαν τη 2ετία εκείνη, είτε καταργήθηκαν είτε καταπατήθηκαν, για να συμβούν αυτά τα πράγματα που βλέπετε σήμερα, προοδευτικά από αυτούς, που μπορούμε να τους βρούμε και στους νόμους που έχουν  υπογράψει. Κατά συνέπεια, δεν είμαστε όλοι το ίδιο και ούτε έχουμε όλοι τις ίδιες ευθύνες.

Θα πω κάτι προς την Υπουργό και θα κλείσω. Σε μία περίοδο που πραγματικά τα ασφαλιστικά ταμεία  έχουν λεηλατηθεί, σε μία περίοδο που οι συντάξεις συρρικνώνονται, που οι συνταξιούχοι δικαίως διαμαρτύρονται, καλό είναι όλοι να αποδεικνύουμε το αυτονόητο. Και εννοώ ότι το Πόθεν Εσχες, κυρία Υπουργέ, είναι θετικό μέτρο.  Πρέπει να είναι πραγματικό Πόθεν Εσχες αυτό που θα εφαρμοσθεί στους Διευθυντές. Κι εγώ θα το επεκτείνω:  Θα πω τους Διευθυντές της τελευταίας 10ετίας τουλάχιστον, συμπεριλαμβανομένου και του ομιλούντος, ο οποίος πρώτος θα ήθελε να δει έναν τέτοιο έλεγχο ακόμη και στον εαυτό του. Διότι αυτό θέλει ο κόσμος σήμερα, εάν θέλουμε να είμαστε αξιόπιστοι.

July 22, 2010   Αναρτήθηκε στο: Ο ΠΟΛΙΤΙΚΟΣ, Ομιλίες

Leave a Reply